Tuesday, June 26, 2007

Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι (Το ποιó;)

Στις μέρες μου υπήρχαν δύο βασικοί διαχωρισμοί μεταξύ των μουσικόφιλων. Ελληνικά εναντίων Ξένων και Φλώροι εναντίον Ροκάδων (με το δεύτερο ζευγάρι να αναφέρεται κυρίως στις ξένες μουσικές προτιμήσεις). Τα Ελληνικά, αν και από τότε έπεφτε βαριά η σκιά των «σκυλάδικων», περιελάμβαναν μια σχετικά ευρεία γκάμα καλλιτεχνών καθώς α) το κυρίαρχο στοιχείο ήταν ο ελληνικός στίχος και β)υπήρχαν αξιόλογοι έλληνες εκπρόσωποι μουσικών ειδών (πέρα του «έντεχνου» για το οποίο γίνεται εκτενής αναφορά παρακάτω) τους οποίους μπορούσες άνετα να γράψεις με blanco στην polo τσάντα σου ή να επικαλεστείς σε μουσικές συζητήσεις χωρίς να πέσει η σφαλιάρα Κωνσταντάρα σε σβέρκο Τζανετάκου (ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά Σιδηρόπουλος, Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά, Στέρεο Νόβα και Βαγγέλης Παπαθανασίου κτλ-το τελευταίο το έβαλα για λόγους πρεστίζ)).

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα, με εξαίρεση την σημαντική εξέλιξη της ηλεκτρονικής μουσικής, δεν προέκυψε κανένα νέο μουσικό ρεύμα που να καταφέρει να επιβιώσει αυτόνομο (βλέπε grunge, που ούτως ή άλλως ήταν παρακλάδι της ροκ). Αντίθετα τα ήδη υπάρχοντα βασικά μουσικά ρεύματα απέκτησαν άπειρες τάσεις και παραλλαγές σε βαθμό που είτε φέρανε «πιο κοντά» διαφορετικά μουσικά είδη (πχ acid jazz, dark techno) είτε δημιουργήθηκαν μουσικές «ταμπέλες» (tech house, progressive speed metal) που για τους μη ειδήμονες το άκουσμα τους προκαλεί έκφραση απορίας αντίστοιχη με τη φάτσα Γκιωνάκη στο «από πορτοκάλια;».

Δυστυχώς οι εξελίξεις στον Ελληνικό μουσικό χώρο είχανε χροιά ελληνικής τραγωδίας. Εφαλτήριο απετέλεσε η σχεδόν πλήρης επικράτηση του σκυλαδοποπ επί των υπολοίπων ειδών. Η καθιέρωση reality τύπου Fame Story εξασφάλισε στο είδος πληθώρα πυρομαχικών στην μάχη για την τελική επικράτηση καθώς προσέφερε άφθονο, φθηνό και μιας χρήσης νέο αίμα σκυλαδοκαλλιτεχνών με αυξημένη αναγνωρισιμότητα. Το «άφθονο» είναι εύκολα κατανοητό αφού αυτού του είδους οι εκπομπές παράγουν δεκάδες «καλλιτέχνες» ετησίως. Το «φθηνό» (το οποία συνδυάζεται τα μάλλα με την τσάμπα αυξημένη αναγνωρισμότητα) απεγκλώβισε τους επιχειρηματίες του χώρου (όλα για την φρατζόλα γίνονται) από τα ακριβά συμβόλαια με τις λίγες και καλές διαχρονικές «φίρμες».

Και τα πράγματα πήραν χαρακτήρα ντόμινο. Το σκυλαδοποπ, εξασφαλίζοντας μεγάλα περιθώρια κέρδους, κατέκλυσε τα πάντα (από ραδιόφωνο μέχρι μαγαζιά) και σχεδόν ταυτίστηκε με τον όρο «Ελληνικά», δεδομένου ότι κατάφερε να ενσωματώσει και αρκετά στοιχεία άλλων μουσικών ειδών (από σκυλαδοbeat μέχρι rockoσκυλαδικο). Οι στιχουργοί τους είδους, πατώντας πάνω στο τρίπτυχο Έρωτας (νταλκάς)-Ερωτική Απογοήτευση-Απιστία και χρησιμοποιώντας μια δεξαμενή 100-150 λέξεων (πείτε ότι δεν σας έχει τύχει φάση να ακούτε τραγούδι και με βάση το ρυθμό του τραγουδιού και τον πρώτο στίχο του ρεφρέν να είστε σε θέση να μαντέψετε άκοπα τον δεύτερο στίχο…) μπόρεσαν να τροφοδοτήσουν με σχετική ευκολία-διαδικασία copy paste- αναρίθμητες «καλλιτεχνικές» προσπάθειες με ημερομηνία λήξης μικρότερη αυτής του φρέσκου γάλακτος.

Τα υπόλοιπα μουσικά είδη, για διάφορους λόγους-ακόμα πιο περιορισμένη πρόσβαση σε δισκογραφικές, χώρους εμφανίσεων, χρηματοδότηση και δημοσιότητα, επιλογή ξένου στίχου κοκ οδηγήθηκαν σε βιολογική εξαφάνιση είτε στηρίζονται ακόμα στην παρουσία «προπατόρων» (βλέπε Αγγελάκας ή Κωνσταντίνος Βήτα). Μοναδική ίσως εξαίρεση το hip-hop με την ευρεία έννοια, το οποίο μάλιστα τα τελευταία χρόνια ίσως αποτελεί και το μοναδικό καταφύγιο πολιτικοποιημένου στίχου.

Και φτάνουμε στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Το ύστατο ανάχωμα του «ποιοτικού» ελληνικού τραγουδιού («Φίλε ακούς ελληνικά», «Ναι, αλλά ακούω έντεχνα»). Ο συγκεκριμένος χώρος, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατάφερε να διατηρήσει αλλά και να δημιουργήσει αρκετούς νέους-ή «νέους»-εκπροσώπους (Μάλαμας, Θ.Παπακωνσταντίνου, Πορτοκάλογλου, Ιωαννίδης κοκ-και εννοείται ότι μιλάω για δημιουργούς και ουχί μόνο για ερμηνευτές). Επίσης κατάφερε να συντηρήσει ένα αξιοσέβαστο συναυλιακό κοινό στο οποίο ενσωματώθηκαν –σχεδόν αναγκαστικά-και όλοι αυτοί που απλά αρνούνται να παραδεχτούν ότι Ελληνικά είναι μόνο τα σκυλαδοπόπ. Όμως, τα τραγούδια του χώρου-με σαφώς μεγαλύτερη ημερομηνία λήξεως, σαφώς ποιοτικότερο στίχο και διαφοροποιημένες μελωδίες- μου φαίνεται ότι αποπνέουν στην πλειοψηφία τους μια «μαυρίλα», μια θλιμενοαναμνησίλα (ντακς,αδόκιμο, μη βαράτε) και έναν πεσιμιστικό προβληματισμό (φάση Καρακατσάνης να μιλάει στην εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου για το που πήγαν οι αυλές με τις γαζίες), που καλό είναι να υπάρχει αλλά όχι σε τέτοια δοσολογία βρε αδερφέ. Για να πάρετε το feeling, πραγματικά πείτε μου (με εξαίρεση ίσως τον Δεληβοριά) ΕΝΑ πρόσφατο έντεχνο τραγούδι που θα βάζατε να ακούσετε ένα καλοκαιρινό απογευματάκι στην διαδρομή για την θάλασσα. Μου δίνεται η εντύπωση ότι το έντεχνο ελληνικό τραγούδι έχει αυτοπαγιδευτεί στην χώρα της «ποιότητας».

«Τι να σου κάνουνε ο Μάρκος και ο Τσιτσάνης
δεν έχουν φτιάξει ούτε ένα video clip»……

Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο?


Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ότι εντός του τελευταίου δεκαημέρου, συνέβησαν 2 παρόμοια περιστατικά τα οποία αντιμετωπίστηκαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο και από τα ΜΜΕ αλλά ίσως και από τον κόσμο που διαβάζει εφημερίδες και βλέπει τηλεόραση. Το πρώτο είναι το γνωστό βίντεο με το ξύλο το οποίο φάγανε οι 2 κρατούμενοι στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας. Το δεύτερο πέρασε στα ψιλά των ΜΜΕ. Αντιγράφω από την Ελευθεροτυπία της 18/06/2007:

«Επίθεση από περίπου 20 άτομα δέχτηκε, πέντε λεπτά μετά τις 10 το βράδυ της Παρασκευής, ο υποδιοικητής των ΜΑΤ μετά το τέλος πολιτιστικής εξόδου του, κοντά στη στάση του μετρό στον Κεραμεικό. Η «απρόκλητη επίθεση» -όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ- «έγινε από πολλά άτομα, με ενωμένες δυνάμεις, τα οποία διέπραξαν βιαιοπραγίες σε βάρος του διά των χειρών και με αντικείμενα, προκαλώντας σε αυτόν σωματικές βλάβες σε διάφορα σημεία του σώματός του». Ο υποδιοικητής των ΜΑΤ βρισκόταν -εκτός υπηρεσίας- μαζί με συγγενικά του πρόσωπα για να παρακολουθήσει την έκθεση κόμικς που πραγματοποιείται στην «Τεχνόπολη» του Δήμου Αθηναίων, στο Γκάζι.»

Μπορεί κάποιος να μου βρει κάποιες διαφορές μεταξύ των 2 περιστατικών? Εγώ δεν βλέπω καμία Η ουσία και στις 2 περιπτώσεις είναι ότι κάποιος (κάποιοι) σε μία δεδομένη στιγμή βουτήξανε, κατά το κοινώς λεγόμενο, κάποιον που δεν μπορούσε να αντιδράσει και τον σάπισαν στο ξύλο. Το να κάνεις τον νταή σε κάποιον που δεν μπορεί να ανταποδώσει, εμένα προσωπικά, δεν μου φαίνεται και πολύ μαγκιά.

Δικαιολογίες και για τα 2 περιστατικά μπορούν να βρεθούν, ίσως να είναι και αληθοφανείς. Αλλά τελικά το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι: Θέλουμε τέτοιου είδους μέθοδοι να υπάρχουν ή όχι? Είμαστε υπέρ της λύσης των ζητημάτων μας με τέτοιου είδους μέσα? Φοβάμαι ότι για πολλούς από εμάς η απάντηση καθορίζεται από το εάν αυτός που έφαγε το ξύλο μας είναι συμπαθής ή όχι. Αλλά αυτή ούτε σοβαρή προσέγγιση είναι ούτε δημοκρατική.

Πιθανών κάποιος να μου πει ότι η μία ενέργεια είχε «ιδεολογικά-πολιτικά» κίνητρα και ίσως και κάποια σημειολογία ενώ η άλλη δεν αποτελούσε παρά μόνο μία σαδιστική επίδειξη δύναμης ενός ΚΔΟΑ μπάτσου σε 2 κλεφτρόνια. (Για τους νεότερους: Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Αγνοία-ΚΔΟΑ). Μα αυτό ακριβώς το θέμα είναι που με κάνει να θεωρώ ότι ένα τέτοιο κίνητρο κάνει αυτού του είδους της ενέργειες ακόμα ποιο καταδικαστέες. Οι λόγοι για αυτό είναι πολύ απλοί.

Α) Όταν καταφεύγεις στην βία είναι σαφές ότι δεν σε ενδιαφέρει να εξηγήσεις σε κανένα την ορθότητα των επιχειρημάτων σου. Θεωρείς ότι εσύ βλέπεις το σωστό το οποίο δεν το βλέπουν οι άλλοι, οι οποίοι προφανώς θεωρούνται ηλίθιοι.

Β) Πάντα η δράση γεννάει αντίδραση η οποία είναι συνήθως της ίδιας φύσης και έντασης. Αλλά εγώ σαν πολίτης δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ τέτοιες αντίστοιχες ενέργειες που θα γίνουν στο όνομα της δικιάς μου ελευθερίας (Αντιτρομοκρατικοί Νόμοι, Κάμερες κτλ).

Γ) Η μαύρη αλήθεια είναι ότι όσοι κατάφυγαν σε βίαια μέσα (είτε ήταν βασανιστές επί χούντας είτε αντάρτες πόλεων), όταν ήρθε η ώρα να απολογηθούν κανείς δεν ήξερε τίποτα για το έγκλημα. Κρυβόντουσαν πίσω από νόμους και παραθυράκια μήπως και την γλυτώσουν . Μοναδική εξαίρεση ήταν ο Κουφοντίνας, ο οποίος είπε «μάλιστα αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη των πράξεων μου γιατί πιστεύω στην ένοπλη πάλη», όλοι οι άλλοι (Αριστεροί και Δεξιοί) κάνανε το Παγώνι. Και αυτό όπως και να το κάνεις σε ξενερώνει και λίγο στην τελική.

Αυτά τα ολίγα και τα σχόλια ευπρόσδεκτα πάντα.


Η Βία δεν είναι Λύση αλλά η Λία είναι Βίσση