Tuesday, October 9, 2007

Hasta la Victoria siempre

Η Celia de la Serna, αριστοκράτισσα της Αργεντινής και αντιπερονίστρια, στις 14 Ιουνίου του 1928 έγινε μάνα ενός αγοριού που στα δυο του χρόνια το άρπαξε μια κρίση άσθματος, για να μην το αφήσει ποτέ. Ο Ernesto Guevara de la Serna θα παρέμενε ασθματικός καπνιστής κουβανέζικων πούρων μέχρι το τέλος. Περίεργος για την αρρώστια που του έκοβε την ανάσα, αποφάσισε να σπουδάσει ιατρική. Από φοιτητής, όμως, κατέληξε πως υπάρχουν σοβαρότερες ασθένειες από το άσθμα με τις οποίες αξίζει να ασχοληθεί κάποιος, και αποφάσισε να κουράρει λεπρούς.



Πνεύμα ανήσυχο, εφευρετικό και ταξιδιάρικο, μετατρέπει μονάχος του το ποδήλατό του σε μοτοσακό και, το 1950, με μια κανονική μοτοσικλέτα – που έγινε όμως θρύλος- (τη Norton 500, μοντέλο του ’39 που τη βάφτισε La Poderosa II) και ένα φίλο, τον βιοχημικό Alberto Granado, διασχίζουν τη Ν. Αμερική. Έρχεται σ’επαφή με τους λαούς των χωρών της και διαπιστώνει, ιδίοις όμμασι, την ένδεια και την ανάγκη τους για μια καλύτερη ζωή. Αυτό το ταξίδι ο Ernesto το έκλεισε μέσα στο αυτοβιογραφικό Diarios de motocicleta, που ήταν η μαγιά για την ομώνυμη ταινία του Walter Salles το 2004. Αφού κατέβηκε από τη δερμάτινη σέλα της Norton, o Ernesto Guevara de la Serna αρχίζει να μεταλλάσσεται σε Che. Που, για όσους δεν ρώτησαν ποτέ, για τους Αργεντίνους είναι το ηχητικό αντίστοιχο του “ψιτ!” (στα καθ’ ημάς) ενώ στην λατινοαμερικάνικη slang φωτογραφίζει κάθε Αργεντίνο.

Τελειώνει τις σπουδές του, αποκτά την ειδικότητα του δερματολόγου και φεύγει για τη Γουατεμάλα, όπου θα συναντήσει την πρώτη του γυναίκα, τη Hilda Gadea, μαρξίστρια όπως αυτός και ινδιάνικης καταγωγής. Η Hilda ήταν αυτή που τον στήριξε, προώθησε την πολιτική του καριέρα και τον σύστησε στον - νονό του ως Che- Nico Lopez, ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Fidel Castro. Τον ίδιο τον Fidel, καθώς και τον αδελφό του Raul, τους πρωτοσυναντά το 1955 στο Μεξικό, όπου ήταν εξόριστοι. Στο πρόσωπο του Fidel αναγνωρίζει έναν ηγέτη που παραδέχεται και συντάσσεται μαζί του ολόψυχα ως μέλος του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Το 1956 μπαίνει ως γιατρός στην Κούβα με τον Fidel και άλλους 80 ρομαντικούς και οι βάλτοι δίπλα στο Niquero γίνονται τάφος για τους 70 όταν βρίσκουν απέναντί τους τις δυνάμεις του Batista. Σε εκείνους τους βάλτους πεθαίνει ο γιατρός και μετά τη μάχη στη Sierra Maestra το 1957 γεννιέται πλέον ως Comandante του επαναστατικού στρατού των barbutos.

Μετά από δυό χρόνια αντάρτικο, το 1958 πέφτει η Santa Clara αφού η διμοιρία του Che εκτροχιάζει ένα τραίνο με μισή στρατιά του Batista και αμέτρητα πολεμοφόδια, αναγκάζοντας τον φοβισμένο πλέον δικτάτορα να εγκαταλείψει την Κούβα. O Εrnesto είναι πλέον ο Che που θα κάνει τις νεανικές καρδιές να χτυπάνε: γενειοφόρος, με μπερέ στο κεφάλι, πούρο στο στόμα και όπλο στο χέρι, πεζός ή καβάλα στο άλογό του, φτιάχνει την εικόνα του αιώνιου επαναστάτη, του ασυμβίβαστου, του μαχητή, του διανοούμενου.

Το 1959 ο Βatista αλλά και η Hilda είναι παρελθόν. Παντρεύεται την Aledia March. Ταξιδεύουν πολύ μαζί και γεμίζουν το σπίτι τους με παιδιά.Ένα χρόνο αργότερα, στις 5 Μαρτίου του 1960, ο Alberto Korda, χρησιμοποιώντας μια μηχανή Leica και φιλμ Kodak Plus X, θα βγάλει τη φωτογραφία του Che που θα τον καταστήσει αθάνατο.

Ο Che ήταν 31 ετών και η φωτογραφία είναι από την κηδεία ενός από τα θύματα της έκρηξης του La Coubre, αλλά δεν δημοσιεύθηκε παρά επτά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του Che. Στο ίδιο film υπήρχαν φωτογραφίες του Jean-Paul Sartre και της Simon De Beauvoir οι οποίες, την εποχή εκείνη, ενδιέφεραν περισσότερο τις κουβανέζικες εφημερίδες από τον Che. Έτσι αυτές αγοράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, ενώ η φωτογραφία του Che όχι. Ο Korda, όμως, τύπωσε μία για τον εαυτό του. Είναι ίσως η πιο αναπαραγμένη εικόνα στην ιστορία, που εμφανίζεται σε αφίσες, σε μπλούζες, σε έργα της τέχνης, και έναν μακρύ κατάλογο από διάφορα άλλα αντικείμενα. Καθιερώθηκε ως σύμβολο της επανάστασης και της εξέγερσης, σε όλες τις ερμηνείες τους, και τέτοιο παραμένει. Η επανάσταση από τότε πληρώνει η ίδια τα πνευματικά δικαιώματα, η βιομηχανία ηρώων θησαυρίζει ως σήμερα.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο. Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα.

Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο. Στις 3 Οκτωβρίου του 1965 , ο Castro απευθύνεται στους συμπατριώτες του διαβάζοντάς τους το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Che : “ παραιτούμαι από κάθε αξίωμα , ολοκλήρωσα το δικό μου μικρό ρόλο στην επανάσταση και σου λέω αντίο, σε σένα , στους συντρόφους, στο λαό σου , που είναι τώρα και δικός μου λαός ”.Η επανάσταση ήταν πάνω από τις άγνωστες λέξεις “προσωπικά δεδομένα” και “ιδιωτική αλληλογραφία”, αν και ο Fidel δικαιολόγησε τη δημόσια ανάγνωση λέγοντας πως ο ίδιος ο Che το άφησε στην δική του κρίση και πως λόγοι ασφάλειας του τελευταίου επέβαλλαν την αποσιώπηση της επιστολής ως τότε.

Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης.

Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Ñancahuazú), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Χιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Χιγκέρα.

Όλη τη νύχτα οι διαβουλεύσεις ΗΠΑ και Βολιβιάνων για την τύχη του δεν συγκλίνουν. Η CIA τον θέλει ζωντανό για να τον οδηγήσει ως την εξώπορτά της , τον Παναμά , αλλά παράλληλα τρομάζει στην ιδέα μιας δίκης που μόνο κύματα συμπάθειας θα γεννούσε. Αποφασίζουν να αφήσουν την ιστορία να δώσει λύση μόνη της , άλλωστε ο Che “θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί χτες την ώρα της τελευταίας του μάχης”. Θα εκτελεστεί στις μιάμιση το μεσημέρι της επόμενης μέρας, 9 Οκτώβρη 1967, σ’ ένα ερειπωμένο σχολείο στη La Higuera. Η διαδικασία ήταν επαγγελματική. To ακρωτηριασμένο – στα άνω άκρα- σώμα του δεν βρέθηκε παρά το 1997 , κατά τη διάρκεια εργασιών στο μικρό αεροδρόμιο κοντά στο Vallegrande και στις 17 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς ο Che επέστρεψε οριστικά στην Kούβα, στο μαυσωλείο της Santa Clara. Aπό εκεί είχαν ξεκινήσει να γράφονται όλα, εκεί στέγνωσε το μελάνι.

Πηγές:
http://www.men24.gr/html/ent/171/ent.35171.asp
el.wikipedia.org/wiki/Ερνέστο_Τσε_Γκεβάρα
http://www.politikokafeneio.com/tse/tse1.htm

No comments: